αποκόπτομαι


αποκόπτομαι
αποκόπτομαι, αποκόπηκα, αποκομμένος βλ. πίν. 124 και πρβλ. αποκόβομαι

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποκόπτω — κ. κόβω κ. κόφτω (ΑΜ ἀποκόπτω) 1. κόβω εντελώς, πέρα πέρα 2. απομακρύνω 3. (για σκέψη) αλλάζω, μεταβάλλω 4. (για φθόγγους) παθαίνω αποκοπή μσν. νεοελλ. 1. εμποδίζω 2. (για ομιλητή, αφηγητή) σταματώ, διακόπτω 3. σταματώ να θηλάζω το βρέφος 4. (για …   Dictionary of Greek

  • εναποτέμνομαι — ἐναποτέμνομαι (Α) τέμνομαι, κόπτομαι, αποκόπτομαι, έχω φυσική τομή …   Dictionary of Greek

  • αποκόβομαι — αποκόβομαι, αποκόπηκα, αποκομμένος βλ. πίν. 171 και πρβλ. αποκόπτομαι …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ՄՕՏԱԿՏՈՒՐ — ( ) NBH 2 0310 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 6c ՄՕՏԱԿՏՈՒՐ ԼԻՆԵԼ. Մօտ կտրիլ՝ իբր յարմատոց. յն. ʼի բաց կտրիլ. ἁποκόπτομαι abscindor. *Երանի՛ թէ մօտակտուր իսկ լինէին, որ զձեզն խռովեցուցանեն. Գղ. ՟Ե. 12. ուր Ոսկ. *Եթէ կամին՝… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)